Παρακάτω θα σας παρουσιάσω μία
κριτική ταινίας που έκανα πριν μερικά χρόνια (καλοκαίρι 2007). Ήταν μία ταινία
που πραγματικά μου άρεσε πολύ, αφού τα μηνύματα που έβγαζε ήταν πολλά με
διάφορες και πολυδιάστατες ερμηνείες. Ο τίτλος της ταινίας: «Κάτω από τ’ άστρα»,
δημιουργός της ο δικός μας Χρίστος Γεωργίου.
Περίληψη
ταινίας
Η ζωή ενός μικρού Κύπριου σ’ ένα
παραθαλάσσιο χωρίο αλλάζει βίαια με την τουρκική εισβολή. Είκοσι έξι χρόνια
αργότερα, ο Λουκάς εργάζεται στο ξυλουργείο του θείου του, προσκολλημένος στο
παρελθόν και στις αναμνήσεις του, ενώ η Φοίβη παίζει επιτραπέζια αντισφαίριση
και ποδόσφαιρο με τους στρατιώτες, κάνει λαθρεμπόριο και γυρίζει τα μπαρ της
παλιάς Λευκωσίας. H Φοίβη
ζει στο παρόν. Για κείνη τα σύνορα δεν είναι τίποτ' άλλο από μια ευκαιρία να
κάνει την πλάκα της και να βγάλει χρήματα. O Λουκάς πληρώνει τη Φοίβη να τον περάσει μέσα
από τις ελληνικές και τουρκικές στρατιωτικές γραμμές, προκειμένου να φτάσει στο
χωριό του, όπου ελπίζει να βρει κομμάτια από το παρελθόν του. Παρά τη θέλησή
του, ο Λουκάς γίνεται συνεργάτης της Φοίβης και μπλέκεται στα διάφορα κόλπα του
επαγγέλματος. Η συγκλονιστική περιήγηση σε τόπους αγαπημένους που ζούνε μόνο οι
αναμνήσεις των ηρώων θα αλλάξει τη ζωή τους. Στη διάρκεια του ταξιδιού
αναπτύσσεται ανάμεσά τους μια ρομαντική σχέση, μέσα από την οποία επανεξετάζουν
τη ζωή τους, κρατώντας ζωντανό το ‘τότε’ μέσα από τις διεργασίες της μνήμης και
της αγάπης.
Στην ταινία το παρελθόν – η
τουρκική εισβολή – εισβάλει και δυναστεύει το παρόν. Επιχειρώντας να
συμφιλιωθεί μ' αυτά τα φαντάσματα, ο ήρωας ξεκινά ένα ταξίδι προς τον γενέθλιο
τόπο (τα κατεχόμενα), έχοντας ως σύντροφο μια νεαρή κοπέλα πλήρως αποκομμένη
από το ιστορικό παρελθόν. Η εμπειρία του ταξιδιού μέσα στα κατεχόμενα είναι
συγκλονιστική και για τα δύο πρόσωπα. Και οι δυο θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουν
το παρελθόν τους, αλλά και να λάβουν αποφάσεις για το μέλλον τους. Επιλέγοντας
μία οπτική που αναζητά αυτά που ενώνουν και όχι αυτά που χωρίζουν, ο σκηνοθέτης
διαχειρίζεται με υποδειγματικό τρόπο το εθνικό τραύμα. Σ' αυτό το ταξίδι η
λύτρωση έρχεται μόνο όταν οι σκιές των λησμονημένων προγόνων έρθουν στο
προσκήνιο, μόνο όταν τα πρόσωπα αναμετρηθούν με τον πόνο και την οδύνη.
Ανάλυση κύριων χαρακτήρων του έργου
Λουκάς
Ο Λουκάς είναι ο πρωταγωνιστής της ταινίας, άρα συγκαταλέγεται στους
κύριους χαρακτήρες του «Κάτω από τ’ άστρα». Κύριο χαρακτηριστικό του είναι η
μετριοπάθεια, ο συναισθηματισμός του καθώς και ο υπομονετικός του χαρακτήρας.
Κάτι που, κατά τη διάρκεια της ταινίας, ανατρέπεται μιας και ο Λουκάς υπόκειται
σε διάφορες αλλαγές, εξελίσσεται, προοδεύει, κάτι που δε γίνεται αντιληπτό ότι
θα συμβεί από τις πρώτες σκηνές της ταινίας. Η ιστορία του Λουκά γεννά,
αναμοχλεύει και θυμίζει στιγμές που έζησαν αρκετοί Κύπριοι στην περίοδο της
εισβολής. Η τραγικότητα της ιστορίας του πρωταγωνιστή (η μητέρα του και ο πατέρας του σκοτώθηκαν από μία βόμβα αεροπλάνου
μπροστά στα μάτια του, ο ίδιος σώθηκε ως εκ θαύματος) μπορεί να ταυτιστεί
με την ιστορία – και ας μην την έχει ζήσει! –
οποιουδήποτε Κύπριου. Ο Άκης Σακελλαρίου (πρωταγωνιστής της ταινίας) αναφέρει: «Η ιστορία του Λουκά δεν είναι τραγική προσωπικά για εκείνον. Είναι μια
γενικότερη ιστορία που αφορά όλο τον ελληνισμό. Είναι μια κατάσταση που μας
αγγίζει όλους. Κι' αυτό αν θες είναι το κλειδί για την άποψη της ερμηνείας.»
Σε όλη την ταινία, ο πρωταγωνιστής βρίσκεται σ’ ένα
διαρκή πόλεμο με τον εαυτό του. Το παρελθόν είναι τόσο μακρινό (26 χρόνια μετά την εισβολή) αλλά συνάμα
και τόσο απτό μέσω της μνήμης. Το μακρινό, το θολό, το “περίπου” γίνεται
αληθινό, παρόν, “ακριβώς” μέσω κάποιων φωτογραφιών. Για το Λουκά σ’ όλη την ταινία
η εναλλαγή παρόντος και παρελθόντος είναι εκεί. Το παρελθόν μπλέκεται,
συνδέεται, αλλάζει μορφή, μοιάζει με αληθινό, γίνεται ένα με το παρόν. Και όμως, η μνήμη είναι δύναμη παραγωγική και
όχι απλά αναπαραγωγική. Ποτέ δεν μπορούμε να “ξεθάψουμε” το παρελθόν αυτούσιο.
Όταν “σκαλίζουμε” την ατομική μας μνήμη μας ποτέ δεν ξέρουμε εκ των προτέρων τι
θα ανασύρουμε.
Αυτό όμως που διαφαίνεται εξ αρχής είναι το
ελληνικό και το τουρκικό στοιχείο (ο
φακός εστιάζει τις δύο σημαίες – την ελληνική και κυπριακή από τη μία και την
τουρκική και του ψευδοκράτους από την άλλη). Αυτός ο λανθάνων – κατά την
άποψη μου – πατριωτισμός (φτάνοντας στα όρια του “μαλακού” εθνικισμού) οδηγεί
σε αποφάσεις και ενέργειες που μεγαλώνουν την απόστασή μας από την
πραγματικότητα. Ο Λουκάς αρνείται να παίξει επιτραπέζια αντισφαίριση με τους
Τούρκους! Δεν τους βλέπει ως ανθρώπους αλλά τους προσδίδει μία ιδιότητα που
τους κάνει διαφορετικούς...Η μνήμη είναι επιλεκτική. Ό,τι είχαν ζήσει οι
Κύπριοι πριν την εισβολή έχει πλέον σβηστεί, η ζωή ξεκινά από τις 20 Ιουλίου
1974. Αναπόφευκτα η ζωή από την ημερομηνία εκείνη και μετά έχει μάθει να
διαχωρίζει, να δημιουργεί διαφορές, να διογκώνει καταστάσεις, να υψώνει τοίχοι
και να δημιουργεί οδοφράγματα. Έτσι συμβαίνει λοιπόν και με τη ζωή του Λουκά (και
δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά), διότι μεγάλωσε και γαλουχήθηκε με το να
επικρίνει και να προσδίδει όλα τα δεινά που τυχόν περνά στη συγκεκριμένη
διαφορά: «Αυτός είναι Τούρκος!». Ο
Άκης Σακελλαρίου αναφέρει σχετικά: «Οι κύπριοι έχουν το ελληνικό στοιχείο μέσα τους σε μεγάλο
βαθμό. Μάλλον εμείς έχουμε διαφοροποιηθεί και δεν ξέρω κατά πόσο το έχουμε
καταλάβει. Υπ' αυτές τις συνθήκες νομίζω ότι μεγαλώνει η απόστασή μας από την
πραγματικότητα...» , και
συνεχίζει: «Η ταινία δεν υποστηρίζει ακριβώς την ειρηνική συνύπαρξη
των δύο λαών. Υποστηρίζει την
συναισθηματική συνύπαρξη των ανθρώπων. Το επικεντρώνει στην ανθρώπινη πλευρά
και όχι τόσο στις εθνότητες.»
Τελικά, ο Λουκάς κάνει την
υπέρβασή του. Συμφιλιώνει μέσα του το παρελθόν με το παρόν, με αποτέλεσμα να
δίνει μία αισιόδοξη δυναμική στο μέλλον. Διώχνει τα φαντάσματα του παρελθόντος,
καταπατάει τα αρνητικά συναισθήματα που εμφυτεύτηκαν με τον καιρό και αρχίζει
ν’ αγαπά τον τόπο του ανιδιοτελώς. Δεν είναι τυχαίο ότι στο τέλος της ταινίας
οι πρωταγωνιστές κοιμούνται αγκαλιασμένοι στα κατεχόμενα. Στη συγκεκριμένη
σκηνή μπορούμε να πούμε ότι επήλθε η οριστική συμφιλίωση του παρελθόντος με το
παρόν...
Φοίβη
Η Φοίβη
είναι η πρωταγωνίστρια της ταινίας. Εν αντιθέσει με το Λουκά, η Φοίβη είναι
δυναμική, αποφασιστική, παρορμητική, άτρωτη και αρκετά τολμηρή. Θα λέγαμε ότι
είναι αυτό που λείπει από το Λουκά. Όμως, κατά τη διάρκεια της ταινίας προβάλλεται
η αθέατη πλευρά του χαρακτήρα της Φοίβης, που τίποτα δε θυμίζει στον αρχικό
χαρακτηρισμό. Διαπιστώνουμε μια Φοίβη μελαγχολική, ρομαντική, ευαίσθητη και
ευάλωτη. Και αυτή (η Φοίβη) είναι παιδί του ξεριζωμού – αν και στην αρχή δεν
αφήνεται να διαφανεί αυτό – της προσφυγιάς, του διωγμού. Είναι το μόνο πράγμα
που την ενώνει με τον Λουκά.
Οι ιστορίες τους μπλέκουν σχεδόν τυχαία, όπως πολλές ιστορίες ανθρώπων
άλλωστε (...αλλά τίποτα δεν είναι τυχαίο!), με αποτέλεσμα να φανούν πιο έντονα
οι διαφορές των δύο ηρώων. Η Φοίβη βλέπει το πρόβλημα της κατοχής από άλλη
σκοπιά, έτσι εμπλέκεται σε κάποιες κρυφές δοσοληψίες, λαθρεμπόριο, παράνομες
μετακινήσεις ανθρώπων...
Η Φοίβη είναι – κατά τη γνώμη μου – πιο τραγικό πρόσωπο από τον Λουκά (αν
μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι ο πρωταγωνιστής), διότι κρύβει μέσα της το μυστικό
της, καταπνίγει βίαια το παρελθόν της με αποτέλεσμα να έχει διαγράψει και ένα
κομμάτι της ζωής της. Αυτό το κομμάτι το ανακαλύπτει στο κοινό ταξίδι της με το
Λουκά.
Η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ των δύο ηρώων είναι μια σχέση εξουσίας.
Ένας αγώνας για το ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο. Στην αρχή η Φοίβη έχει το
πάνω χέρι, αλλά αυτό αλλάζει προς το μέρος του Λουκά και εκεί συντελείται ό,τι
πιο όμορφο μπορεί να συμβεί σε μια ανθρώπινη σχέση...η αποδοχή, η κατανόηση, η
αγάπη (Ποιος μπορεί να ξεχάσει τη σκηνή πάνω στο φορτηγό με τα παιδικά
παιχνίδια; Ποιος μπορεί να ξεχάσει ότι για πρώτη φορά οι ήρωες γέλασαν και
ένιωσαν ελεύθεροι;). Οι ήρωες βρίσκουν τελικά το κοινό τους σημείο, την
ανθρωπιά.
Όπως συνέβη με το Λουκά, έτσι συνέβη και με τη Φοίβη. Στο τέλος βρήκε την
ισορροπία της, κατάφερε να ξεθάψει ό,τι βίαια είχε θάψει μέσα της και ν’
αναδειχθεί το χαμένο παρελθόν δίνοντας έτσι νόημα στο παρόν της Φοίβης.
Θέματα
Τα θέματα είναι οι θεμελιώδεις
και συχνά καθολικές ιδέες που διερευνώνται σ’ ένα κινηματογραφικό έργο.
Εισβολή
Ένα από τα
θέματα της ταινίας είναι αυτό της εισβολής. Ακολουθούν σε όλη τη διάρκεια της
ταινίας σκηνές του ξεσηκωμού, της βίαιης και αναπάντεχης μετακίνησης, της
προσφυγιάς. Εικόνες, σκηνές, στιγμές που αναγκάζουν την ατομική μνήμη να
ζωντανεύει το παρελθόν. Από τη μία ένα αγόρι που βλέπει τους γονείς του
σκοτωμένους και το μόνο που έχει να θυμάται από αυτούς είναι δύο φωτογραφίες
και μία στιγμή (έντονα ερωτική κατά τη γνώμη μου) με τη μητέρα του στη θάλασσα.
Από την άλλη ένα κορίτσι που το τοποθετούν άρον – άρον μέσα σ’ ένα αμάξι, ο
πατέρας της να της ρίχνει ένα χαμόγελο και να της δίνει ένα μενταγιόν
υποσχόμενος σύντομη συνάντηση.
Σκηνές,
στιγμές και εικόνες λοιπόν αναδεικνύουν λιτά τη σημαντικότητα αυτού του
θέματος. Η λιτότητα αυτή είναι που μεγιστοποιεί και απογειώνει τα συναισθήματα,
φορτίζει έντονα τη στιγμή, ξυπνά έντονα την ατομική αλλά συνάμα τη συλλογική
μνήμη. Ό,τι άλλο περισσότερο αν έμπαινε
σ’ αυτές τις σκηνές, στιγμές και εικόνες θα φαινόταν ως ψεύτικο, πλαστό και
κίβδηλο. Με λίγα λόγια ο σκηνοθέτης καταφέρνει να κάνει τον τηλεθεατή της
ταινίας να πει: «Κάπως
έτσι συνέβη και σε μένα ή ακριβώς έτσι συνέβη και σε μένα...».
Κατεχόμενα
Τα
κατεχόμενα παρουσιάστηκαν ως στιγμές. Με αυτό τον τρόπο έγινε εφικτό η
ιδεολογικοπολιτική αποφόρτιση από τη μία, αλλά η ενδυνάμωση της “καλής”
συλλογικής μνήμης από την άλλη. Ποιος Ελληνοκύπριος και Τουρκοκύπριος δε
θυμάται την παραδοσιακή βρύση στη σκηνή που η Φοίβη σκύβει να πιει νερό; Ποιος
Ελληνοκύπριος και Τουρκοκύπριος δε θυμάται τις καρέκλες κάτω από ένα δέντρο που
περίμεναν καρτερικά για να προσφέρουν ξεκούραση στους γεωργούς από τη δύσκολη
και κοπιαστική μέρα στο χωράφι; Ποιος Ελληνοκύπριος και Τουρκοκύπριος δε
θυμάται τις παλιές αντλίες των βενζινάδικων;
Αυτό είναι
το μυστικό της επιτυχίας του σκηνοθέτη. Παρουσιάζει τα μέρη των κατεχομένων ως
ανεξάρτητες εικόνες, ξεπερνώντας την ιδεολογικοπολιτική φόρτιση, αλλά δίνοντας
και την αίσθηση της συνέχειας, της σύνθεσης ενός παζλ από εικόνες που κάτι μας θυμίζουν!
Σχέσεις ανθρώπων
Ένα άλλο
σημαντικό θέμα που πραγματεύεται η ταινία είναι αυτό των σχέσεων
μεταξύ των ανθρώπων. Μπορούμε να πούμε ότι σε αυτό το θέμα αναπτύσσεται ένα
δίπολο. Από τη μία έχουμε τις αποφορτισμένες σχέσεις (καθαρά ανθρωπιστικές – αν
μου επιτραπεί ο όρος) και από την άλλη τις συγκινησιακές σχέσεις (φορτισμένες
συναισθηματικά – ιδεολογικά – πολιτικά). Έτσι, από τη μία βλέπουμε την αρμονική
συνύπαρξη των ατόμων της ταινίας και από την άλλη την έντονη αντιπαλότητα και
σύγκρουσή τους.
Χαρακτηριστική
σκηνή είναι αυτή του πρόχειρου γλεντιού στο βουλκανιζατέρ. Βλέποντας τη σκηνή –
ως μεμονωμένο γεγονός – παρατηρούμε μια παρέα, όπως τη δική μας ενδεχομένως, να
πίνει, να γελάει, να κουβεντιάζει, να αστειεύεται... Την επόμενη σκηνή, ο
Λουκάς ανακαλύπτει ότι ένας από τους διορθωτές των λάστιχων των αυτοκινήτων
υπήρξε ήρωας του τούρκικου στρατού στην εισβολή. Το κλίμα αλλάζει και παραλίγο
να γινόταν μακελειό, αν δεν επενέβαινε δυναμικά η Φοίβη... Η σύγκρουση
συνεχίζεται μετά και μεταξύ των πρωταγωνιστών. Αλλά η δεύτερη σύγκρουση είναι
διαφορετική, είναι μεταξύ ομοίων (ανθρώπων που ανήκουν στο ίδιο στρατόπεδο).
Είναι
χαρακτηριστικά τα λόγια του Χρίστου Γεωργίου: «ό,τι είχαμε ζήσει πριν την εισβολή έχει σβηστεί από τη
μνήμη μας, από το γεγονός της εισβολής! Το γεγονός αυτό – το ‘θέμα’– της εισβολής μας
έκλεψε τη μνήμη μας...». Δεν βλέπουμε ένα γεγονός, μια σκηνή, ένα
συμβάν χωρίς να το φορτίζουμε με ιδεολογικοπολιτικά μηνύματα, με αποτέλεσμα να
περιορίζεται, να χάνεται, να σβήνεται η «κοινή» μας μνήμη. Η «κοινή» μνήμη μας
κάνει τη θέση και την αντίθεση να την συνθέτουμε και να προχωρούμε...
Εν
κατακλείδι, μπορούμε να κλείσουμε την ενότητα θέματα με μία δήλωση του ιδίου
του σκηνοθέτη: «Δυο
άνθρωποι που ο ένας είναι Τούρκος και ο άλλος Έλληνας μπορούν σ' ένα προσωπικό
επίπεδο να συνυπάρξουν, αλλά ακόμα και αν θεωρήσουμε ότι αυτοί οι δυο
καταφέρνουν να ξεπεράσουν τις πληγές με τις οποίες αλλάξανε ο ένας τη ζωή του
άλλου, υπάρχει η πραγματικότητα της πράσινης γραμμής που τους χωρίζει. Η
αισιοδοξία της ταινίας οφείλεται στο ότι θαυμάζω τον τρόπο με τον οποίο οι
άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα πράγματα που τους περικυκλώνουν και αποτελούν τη ζωή
τους...»
Μοτίβα
Τα μοτίβα είναι επαναλαμβανόμενες
δομές, αντιθέσεις που μπορούν να βοηθήσουν, να αναπτύξουν και να ενημερώσουν τα
σημαντικά θέματα της ταινίας.
Θάλασσα
Στην ταινία φαίνεται καθαρά
το μοτίβο του νερού, της θάλασσας. Όταν ο σκηνοθέτης θέλει κάτι να μας θυμίσει
μας μεταφέρει στο υγρό στοιχείο. Το πρώτο πλάνο της ταινίας καταδεικνύει έντονα
αυτό το στοιχείο.
Παρατηρούνται δύο κύκλοι που αφετηρία και τέλος έχουν τη θάλασσα. Στην
πρώτη σκηνή ο Λουκάς με τη μαμά του βρίσκονται σε μια παραλία. Η μαμά του Λουκά
παροτρύνει το Λουκά να μπει μέσα στη θάλασσα. Αρχικά ο Λουκάς φοβάται, όμως στο
τέλος ακολουθεί την προτροπή της μαμάς του και μπαίνει στο νερό. Ο πρώτος
κύκλος του νερού κλείνει εκεί που οι δύο πρωταγωνιστές βρίσκονται στη θάλασσα
και με κάθε βουτιά τους μέσα σ’ αυτήν τους έρχονται θύμισες από το παρελθόν. Σε
αυτήν την σκηνή η Φοίβη, ουσιαστικά, έρχεται αντιμέτωπη με το παρελθόν της,
παλεύει για πρώτη φορά με αυτό με αποτέλεσμα ν’ αρχίζει να το αποδέχεται. Αυτή
η σκηνή αποτελεί την καινούρια αφετηρία για έναν δεύτερο κύκλο του νερού, ο
οποίος κλείνει στην τελευταία σκηνή της ταινίας. Εκεί (στην τελευταία σκηνή),
ένας φαντάρος χαμογελώντας πέφτει μέσα στη θάλασσα…
Η ταινία αρχίζει με θάλασσα
και τελειώνει σ’ αυτήν. Μπορούμε να δώσουμε πολλαπλές ερμηνείες. Μία πρώτη
προσέγγιση είναι ότι η ταινία γυρίζεται σε νησί, οπότε από μόνο του αυτό
καθιστά επιτακτική ανάγκη την προβολή του υγρού στοιχείου. Επίσης, μπορούμε να
ισχυριστούμε πως, όπως η θάλασσα κρύβει τόσα μυστικά μέσα της έτσι και οι
ανθρώπινη μνήμη φωλιάζει μέσα της αβύσσους! Επιπλέον, μπορούμε να σχετίσουμε τη
θάλασσα και γενικά το υγρό στοιχείο σημαντικό αφού στο νησί της Κύπρου βιώνουμε
έντονα το πρόβλημα της λειψυδρίας. Τέλος, μπορούμε να κάνουμε και μία πιο παράτολμη
σκέψη και να συνδέσουμε το υγρό στοιχείο με την απόβαση των τουρκικών δυνάμεων
στην μεγαλόνησο. Άλλωστε, τα πάντα κρύβουν από πίσω τους ιδεολογία και
πολιτική.
Η θάλασσα, λοιπόν, πλέκει τα θέματα που πραγματεύεται η ταινία. Ξεκινώντας
από την εισβολή και τα κατεχόμενα και τελειώνοντας στις ανθρώπινες σχέσεις. Στο
υγρό στοιχείο κρύβεται η μνήμη, ο πόλεμος, η αγάπη, το μίσος, η ειρήνη, η
προστριβή, η ηρεμία…
Όπως και να’ χει πάντως, το στοιχείο
της θάλασσας ενέχει μέσα του βιώματα, σημεία, στιγμές που όλοι έχουμε ζήσει. Το
θέμα είναι από ποια σκοπιά θέλεις να το δεις και να το ερμηνεύσεις. Άλλωστε,
λέει ο ποιητής το εξής: « ο συγγραφέας πεθαίνει από τη στιγμή που καταγράφει
κάθε λέξη στο κείμενό του!». Παραφράζοντας λοιπόν αυτό το γνωμικό, τολμώ να πω
πως ο σκηνοθέτης πεθαίνει όταν εκθέτει την ταινία του προς θέαση, από εκείνη τη
στιγμή και μετά τον πρώτο λόγο στην ερμηνεία ανήκει στο θεατή και ό,τι κουβαλάει
μέσα του…
Σύμβολα
Τα σύμβολα είναι αντικείμενα, χαρακτήρες, αριθμοί που
χρησιμοποιούνται για να αντιπροσωπεύσουν τις αφηρημένες ιδέες ή τις έννοιες. Η ταινία είναι γεμάτη από σύμβολα που
“ξυπνούν” μνήμες. Οι φωτογραφίες του Λουκά, το μενταγιόν της Φοίβης, οι σημαίες
των δύο κοινοτήτων, η πράσινη γραμμή, οι στρατιώτες, τα φυλάκια, η θάλασσα, το
νερό, τα άστρα, η εφημερίδες με τους ήρωες, οι χαρακτήρες του έργου (ο παππούς
με το ποδήλατο, το ζευγάρι των Τουρκοκυπρίων), η τριανταφυλλιά, η αιωνόβια ελιά
και η άδεια καρέκλα, το λιμανάκι, το πανηγύρι, ακόμα και η πλοκή του έργου που
δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα ταξίδι (ταξίδι της μνήμης)...
Φωτογραφίες
Στην ταινία ο Λουκάς έχει δύο
φωτογραφίες από τους γονείς του πριν την εισβολή. Απεικονίζουν τη μητέρα του
μπροστά από το αμάξι, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς από την οβίδα ενός
αεροπλάνου. Αυτό έχει, αυτό θυμάται. Άραγε θυμάται ορθά; Η μνήμη δίνει αξία σε
κάποιες εικόνες, πάνω στις οποίες γαντζώνεται και προσπαθεί να φτιάξει μία
κατάσταση. Η μνήμη είναι μυθοπλάστης, γητευτής, δημαγωγός...
Ο Λουκάς θυμάται τον τόπο του μέσω
αυτών των φωτογραφιών. Δεν έχει τίποτα άλλο πιο χειροπιαστό από το θολό
πραγματικά παρελθόν του. Όπως είναι φυσικό αγκιστρώνεται πάνω σ’ αυτές αλλά και
σε αυτά που έμαθε τόσα χρόνια στο σχολείο και φτιάχνει την πραγματικότητά του.
Είναι όμως πραγματικότητα; Στο τέλος παραδέχεται πως αιτία αυτού του ταξιδιού
ήταν αυτές οι φωτογραφίες. Ο Λουκάς ήθελε να δει τι έκρυβαν αυτές οι
φωτογραφίες. Τι απ’ όλα αυτά που θυμόταν ήταν αλήθεια και τι όχι. Τελικά, είναι
πιο εύκολο να ερμηνεύσεις το παρόν παρά
το παρελθόν. Με το παρελθόν πρέπει να συμφιλιώνεσαι...
Σημαίες – Πράσινη γραμμή
Οι σημαίες αποτελούν από μόνες τους
σύμβολα, το πιο ισχυρό σύμβολο ενός κράτους και ότι συμπεριλαμβάνει η έννοια
κράτος. Η προβολή των σημαιών
διαχωρίζει, ξεχωρίζει, ορίζει τις διαφορές. Ο σκηνοθέτης με το να δείξει τις
σημαίες (την κυπριακή και του ψευδοκράτους) ουσιαστικά θέλει να τονίσει αυτή τη
διαφορά μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Αυτό όμως που καταφέρνει είναι να καταδείξει
ότι στον ανθρώπινο τομέα δεν υπάρχουν διαφορές. Με αυτόν τον τρόπο, αν και τα
σύμβολα εξ’ αρχής δυναμιτίζουν ιδεολογικοπολιτικά το κλίμα, αποφορτίζει τη
συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα καταδεικνύοντας τις διαπροσωπικές σχέσεις
των ανθρώπων των δύο κοινοτήτων.
Νομίζω ότι τα λόγια του Χρίστου Γεωργίου αντικατοπτρίζουν πλήρως την ταινία:
«Όταν άρχισα να γράφω το σενάριο ήθελα να αποφύγω Το Θέμα όπως το λέμε κάτω στην Κύπρο, ήθελα να κάνω κάτι για την
παλιά Λευκωσία, το χρώμα της, την αίσθηση της, τον ρυθμό της, την ατμόσφαιρα
του χώρου και των ανθρώπων της. Βρήκα τους χαρακτήρες μου και άρχισα να ψάχνω
την ψυχολογία τους η οποία όμως με έφερνε συνέχεια στο Θέμα. Ο σκοπός της
ταινίας είναι να πει μια ανθρώπινη ιστορία μέσα σ' αυτό το πλαίσιο. Αυτό που με
ενδιαφέρει πρώτα απ' όλα είναι ο Λουκάς και η Φοίβη και όχι το ιστορικό ή
πολιτικό στοιχείο...»
Διότι όταν βλέπουμε ένα έργο, πρέπει να δουλεύουν όλες μας οι αισθήσεις! Άλλωστε,
Ο κινηματογράφος είναι όπως ο έρωτας: όταν είναι καλός είναι κάτι υπέροχο, και όταν δεν είναι καλός, είναι -πάλι- κάτι ωραίο.
Αντί επιλόγου
Κάτω από τ' άστρα
Άσπρη σάρκα θαμμένη στο χιόνι,
μαύρες πέτρες και χώμα
γεμίζουν τα χέρια με όγκους αγωνίας,
μνήμες ενός μακρινού δειλινού πάνω σε ασημένια
υψίπεδα
ζευγαρωμένα με θάλασσες πολύχρωμου μεταξιού
κεντημένα απ' τον αργαλειό των αιώνων...
Ένας ψίθυρος στα μπαλκόνια των αισθήσεων,
αύρα στεγνή και παγωμένη
σαν θάνατος γλυκός
αερίζει τα σκονισμένα ράφια της μαρμάρινης
βιβλιοθήκης,
που οι άνθρωποι τη σκέπασαν με νεκρά κύτταρα
και δεν ξαναγύρισαν ποτέ...
Τα μάτια μου αναπαύονται πάνω στο πέτρινο περβάζι,
το στενό παράθυρο του λυκόφωτος επισκιάζει τη
μορφή σου
ξαναγεννήθηκες μέσα από την πάχνη
και το χειμωνιάτικο μισοφέγγαρο...
έρχεσαι...
ντυμένη με το βελούδινο άρωμα της νιότης...
περπάτα μαζί μου...
περπάτα πάνω στις φωτεινές γραμμές
που οδηγούν στον υγρό τάφο του Ήλιου
εκεί θα γίνουμε πάλι ένα,
και θα ζήσουμε για πάντα...
κάτω από τ' άστρα...
τ' ακούς ψυχή μου;
Απόστολος Μεμτσούδης
Δάσκαλος









Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου